Μη χάσετε τις προσκλήσεις

Το onlytheater.gr στο facebook Το onlytheater.gr στο twitter Το onlytheater.gr στο youtube
Print

O ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ onlytheater.gr

Written by OnlyTheater. Category: ΑΡΘΡΑ

O ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ onlytheater.gr

Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΣΠΙΤΑΚΗΣ


   
    Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη δωσ’  της κλώτσο να γυρίσει παραμύθι να αρχινήσει… Έτσι έλεγε η γιαγιά μου όταν ξεκίναγε να πει ένα παραμύθι και γω όλο λυπόμουνα την καημένη την κόκκινη κλωστή που κάθε τρεις και λίγο την κλωτσάγαμε… μόνο και μόνο επειδή μου αρέσανε πολύ τα παραμύθια. Τέλος πάντων.
 
 

O ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ onlytheater.gr


    Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα μακρινή ζούσε ένα μικρό σπιτάκι που το λέγανε και Τάκη. Είχε χρώμα θαλασσί και τις μέρες με λιακάδα ούτε που θα το ξεχώριζες από το γαλανό τον ουρανό αν δεν είχε μια καμαρωτή κεραμιδένια στέγη.     Λίγο πιο κει κυλούσε ένα ρυάκι, που τούκανε παρέα με το τραγούδι του νερού τις κρύες νύχτες του χειμώνα, μα που όταν ερχότανε το καλοκαίρι δεν είχε πια νερό και τότε ο Τάκης ο σπιτάκης ένιωθε μεγάλη μοναξιά.
    Που και που κανένα διαβατάρικο πουλί στεκότανε να ξαποστάσει λιγουλάκι κι ο Τάκης τούπιανε κουβέντα με λαχτάρα να μάθει νέα από τόπους μακρινούς μα κείνο απαντούσε πάντα κάπως βιαστικά για να προλάβει την παρέα του να συνεχίσουν το ταξίδι, να μην ξεμείνει και δεν ξέρει που να πάει μοναχό του.
    Έτσι, περνούσανε τα χρόνια, το θαλασσί χρώμα στους τοίχους ξεθώριαζε όλο και πιο πολύ και κανένας μα κανένας δεν ερχόταν πια να μείνει στον Τάκη τον σπιτάκη.

O ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ onlytheater.gr


    Ο Τάκης στην αρχή αναρωτιότανε τι να’χαν απογίνει οι δικοί του, τι να’παθαν και χάθηκαν. Σίγουρα τα παιδιά θα είχαν τώρα μεγαλώσει, μπορεί να είχαν κάνει και παιδιά δικά τους. Τώρα και να τους έβλεπε μπορεί να μη τους γνώριζε, θα είχανε αλλάξει.
    Κι ο Τάκης είχε αλλάξει. Όταν δοκίμαζε να τεντωθεί να ξεπιαστεί λιγάκι, όλο και κάποιος τοίχος ράγιζε, όλο και κάποιο «αχ»  του ξέφευγε. Και κάθε φορά που έξυνε την κεφάλα του κάτι να θυμηθεί όλο και κάποιο κεραμίδι έφευγε από τη θέση του. Άσε πια τα παράθυρα και οι πόρτες του που είχαν σκεβρώσει και με το ζόρι άνοιγαν να μπει λίγος αέρας καθαρός και λίγο φως να μην τον αρρωστήσει η υγρασία και η πολλή κλεισούρα.
    Έτσι περνούσανε όπως είπαμε τα χρόνια, μέχρι που ξαφνικά μια μέρα λίγο σκοτεινή, μια μέρα που ετοιμάζεται ο ουρανός για καταιγίδα, έτσι, χωρίς κανένα λόγο ιδιαίτερο, στα καλά καθούμενα που λένε, κάτι περίεργο συνέβη στο μυαλό του Τάκη του σπιτάκη.
    Ξύπνησε το πρωί, αναδεύτηκε να ξεμουδιάσει λιγουλάκι, κοίταξε γύρω του και… δε θυμόταν τίποτα, μα τίποτα, λες κι όλα τα’βλεπε για πρώτη του φορά. Ούτε τους τοίχους και τα κεραμίδια του δεν αναγνώριζε. Ούτε τον εαυτό δεν θυμόταν δηλαδή καλά-καλά. Ποιος ήταν και σε τι χρησίμευε σε τούτη τη ζωή. 
    Ένιωσε όσο να’ναι μπερδεμένος και ταραγμένος. Πολύ ταραγμένος. Έσφιξε σφιχτά τα μάτια του για ώρα κι ύστερα τα ξανάνοιξε απότομα για να σιγουρευτεί πως ήταν ξύπνιος. Μπα, καμιά διαφορά ! Κοίταξε από συνήθεια κατά το ρυάκι μα ήταν καλοκαίρι και νερό δεν είχε να ρωτήσει.
    Ο Τάκης ένιωσε μεγάλη μοναξιά κι απογοήτευση μεγάλη. Έκατσε και περίμενε, περίμενε, περίμενε μήπως περάσει από κει κανένα διαβατάρικο πουλί αλλά τίποτα. Πρώτη φορά στη ζωή του ένιωθε σα χαμένος κι έτσι τον βρήκε η νύχτα. Μάτι δεν έκλεισε από τη στενοχώρια του. Ήξερε πως το μυαλό καμιά φορά κολλάει, δεν καταφέρνει να θυμηθεί, αλλά για μια στιγμή, για λίγο, όχι μια μέρα ολάκερη.


    Κι έτσι χωρίς πολλά-πολλά αποφάσισε να πάει να ρωτήσει να του πούνε ποιος είναι και σε τι χρησίμευε σε τούτη τη ζωή. Τόσο πολύ βιαζότανε να μάθει που με το ζόρι περίμενε να ξημερώσει. Φεύγοντας δεν πήρε ούτε τα κλειδιά του. Τα ξέχασε κάτω από το πατάκι, εκεί που ήτανε κρυμμένα μην έρθει κάποιος ξαφνικά και δεν μπορεί να μπει.

O ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ onlytheater.gr
   
    Δεν είχε απομακρυνθεί ποτέ ξανά από τη γειτονιά του κι αναρωτιόταν κατά πού να πάει. Κοιτάει αριστερά βλέπει λιβάδια απέραντα μέχρι πέρα μακριά, πολύ μακριά, εκεί που αρχίζει ο ουρανός. Κοιτάει από την άλλη και… η καρδιά του σκίρτησε από χαρά κι ελπίδα. Εκεί, στο βάθος-βάθος, του φάνηκε πως είδε σπίτια σαν κι αυτόν πολλά μαζί, πάρα πολλά, σα να’τανε παρέα. Ίσα που τα ξεχώριζε, δε φαίνονταν καλά αλλά αν έβαζε τα δυνατά του μπορεί και να’φτανε ως εκεί πριν απ΄το μεσημέρι που είναι καυτός ο ήλιος και ζαλίζεσαι.
    Η αλήθεια είναι πως με δυσκολία προχωρούσε, λαχάνιαζε, κοντοστεκόταν που και που να πάρει ανάσα, δεν ήταν πια παιδάκι αλλά η λαχτάρα του να φτάσει του έδινε φτερά. Όσο πλησίαζε τόσο τα μάτια του έλαμπαν από ελπίδα. Έβλεπε τώρα καθαρά σπίτια πολλά, άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα, τόσα πολλά που του φαινότανε παράξενο γιατί ήταν τόσο στριμωγμένα το ένα δίπλα στ΄άλλο. Ο Τάκης ο σπιτάκης, βλέπεις, ζούσε στην εξοχή, χωρίς κανένα  γείτονα, όλη του τη ζωή και πολιτεία μεγάλη δεν είχε ξαναδεί.

 O ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ onlytheater.gr

Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΣΠΙΤΑΚΗΣ

Το πρώτο σπίτι που συνάντησε ήταν γκρίζο και μουντό αλλά τον Τάκη δεν τον ένοιαζε το χρώμα. Ήθελε μόνο να ρωτήσει να του πούνε ποιος είναι και σε τι χρησιμεύει σε τούτη τη ζωή. Δεν πρόλαβε όμως.

Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΣΠΙΤΑΚΗΣ


Μια πινακίδα φανερώθηκε στην πόρτα που έλεγε «Δε δεχόμαστε σπίτια χρωματιστά». Ο Τάκης κοίταζε με απορία πότε την πινακίδα και πότε τον εαυτό του. Παρόλο που είχε ξεθωριάσει με τον καιρό, δίπλα στο άλλο σπίτι το χρώμα του φαινόταν τόσο χαρούμενο και τόσο θαλασσί που ένοιωσε άβολα. Όλα τα σπίτια
σ’ αυτή τη γειτονιά ήτανε σκοτεινά σα να’χε σουρουπώσει ξαφνικά. Κι όμως
ο ήλιος έλαμπε σκορπίζοντας παντού το φως και την καλή του διάθεση.
    Ο Τάκης ο σπιτάκης ένοιωσε ανεπιθύμητος και ντράπηκε να επιμείνει.  Πλησίασε ένα άλλο σπίτι που του φάνηκε πιο συμπαθητικό γιατί είχε έναν μικρό κηπάκο μα πριν προλάβει να ρωτήσει μια πινακίδα φανερώθηκε στην πόρτα που έλεγε «Δε μας αρέσουνε οι ξένοι».
   
Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΣΠΙΤΑΚΗΣ

Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΣΠΙΤΑΚΗΣ
 

Και ξαφνικά γέμισε ο τόπος πινακίδες. «Δεν θέλουμε κουβέντες με αγνώστους». «Να πας από κει που ήρθες».  «Μη μας ενοχλείς». Ο Τάκης τα’χασε. Δε φανταζότανε ποτέ πως θα του κλείνανε κατάμουτρα την πόρτα χωρίς να τον ρωτήσουν καν τι θέλει.

Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΣΠΙΤΑΚΗΣ


«Εδώ είσαι ακόμα;»  άκουσε πίσω του να λέει μια φωνή. «Ξεκουμπίσου γρήγορα, γιατί θα ειδοποιήσω να ‘ρθούν να σε γκρεμίσουν». Ο Τάκης βιάστηκε να απομακρυνθεί. Δεν καταλάβαινε γιατί τα άλλα σπίτια του δείχναν χωρίς λόγο τόση κακία και τόση επιθετικότητα. Τι τους είχε κάνει; Ίσα-ίσα που τους χαμογελούσε σίγουρος πως θα τον βοηθούσανε να θυμηθεί ποιος είναι και σε τι χρησίμευε σε τούτη τη ζωή.
    Προχώρησε. Είδε μιαν άλλη γειτονιά στο βάθος με έντονα χρώματα στις πόρτες και στα παράθυρα και σχέδια παράξενα στους τοίχους που τa’βρισκε πολύ διασκεδαστικά. Ποτέ δεν είχε ξαναδεί να ζωγραφίζουνε στους τοίχους.
    Όταν ερχόνταν οι δικοί του, στις σχολικές διακοπές, παλιά που τα παιδιά ήταν μικρά και τύχαινε να σχεδιάσουν κάτι στα κρυφά σε κάποιον τοίχο, ένας μεγάλος έτρεχε αμέσως να το σβήσει και να το καθαρίσει. Κι έτσι ο Τάκης δεν προλάβαινε ούτε να δει καλά-καλά τι είχαν σχεδιάσει.
Το μόνο που θυμόταν ήταν πως γαργαλιότανε λιγάκι με τις μολυβιές και με το ζόρι κρατιόταν να μη βάλει τα γέλια. Μα ούτε την εικόνα των παιδιών θυμόταν πια ούτε τα ονόματά τους. Μόνο πως γαργαλιότανε λιγάκι με τις μολυβιές πάνω στους τοίχους του.
Η στενοχώρια τον ξανάπιασε γιατί για μια στιγμή πίστεψε πως θα τα ξαναθυμόταν όλα μονομιάς.
    Βιάστηκε να πάει να ρωτήσει ένα σπιτάκι ροζ που ήταν νόστιμο πολύ. «Μήπως ξέρεις ποιος είμαι;» ρώτησε με λαχτάρα.

Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΣΠΙΤΑΚΗΣ

    Το ροζ σπιτάκι ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει.  «Μήπως ξέρεις ποιος είμαι;» ξαναρώτησε. «Και πού θες να ξέρω! » απάντησε με φανερή βαριεστιμάρα το νόστιμο σπιτάκι και του γύρισε προκλητικά την πλάτη.
    Του κακοφάνηκε του Τάκη μα δεν τόδειξε. Δεν είπε τίποτα. Έσκυψε την κεφάλα του κι απομακρύνθηκε σαν να τον είχαν δείρει. Ούτε που πρόσεξε πως κάνα δυο από τα κεραμίδια του γλιστρήσανε απ΄τη στέγη του και σπάσανε. 
    Λίγο πιο κει ήταν ένα τσαχπίνικο σπιτάκι στολισμένο με χίλια δυο σκαλίσματα στην είσοδο, με μπαλκονάκια γύρω-γύρω και πολύχρωμα παραθυρόφυλλα. Ήταν λιγάκι φανταχτερό μα δεν τον ένοιαζε τον Τάκη. Αυτός δεχότανε τους άλλους όπως ήταν.
    «Μήπως ξέρεις ποιος είμαι;» ρώτησε ο Τάκης ο σπιτάκης με λαχτάρα. «Δεν ασχολούμαι με τους άλλους» απάντησε φιλάρεσκα το σπίτι.  «Δεν έχω ούτε χρόνο ούτε διάθεση» συνέχισε κοφτά για να του δώσει να καταλάβει πως η κουβέντα είχε τελειώσει.

 Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΣΠΙΤΑΚΗΣ
   
Και ξαφνικά  γέμισε ο τόπος πινακίδες όπως στην άλλη γειτονιά. «Εχω δουλειά», «Τώρα ακούω μουσική», «Περιμένω τηλέφωνο», «Είμαι πολύ απασχολημένος», «Τώρα ξεκουράζομαι», «Ετοιμάζομαι να βγώ»,  «Ασχολούμαι μόνο με τον εαυτό μου», «Μη με ενοχλείτε».

Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΣΠΙΤΑΚΗΣ

Δεν είμαστε καλά, σκέφτηκε ο Τάκης μετά απ΄αυτή την ξαφνική επίθεση. Έτσι είναι τα σπίτια στις μεγάλες πολιτείες; Μόνο τον εαυτό τους σκέφτονται; Φαντάσου και να τους είχα ζητήσει και κάτι δύσκολο. Ούτε να μου απαντήσουνε δεν κάνανε τον κόπο.
    Πληγώθηκε πολύ από την τόση αδιαφορία μα τι μπορούσε να κάνει; Απογοητευμένος κοίταζε αριστερά και δεξιά, μπροστά και πίσω και δεν ήξερε κατά που να πάει όταν ξαφνικά άκουσε μια φωνή να λέει : «Έι, ψιτ, ξένο σπιτάκι! Εδώ καλέ κοίτα! Δίπλα στο μεγάλο σπίτι, στον κήπο. Ναι, εδώ! »

Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΣΠΙΤΑΚΗΣ 

    Ήταν ένα σπιτάκι τόσο μικροσκοπικό που ο Τάκης αναρωτήθηκε αν ήτανε αληθινό. Ήτανε σαν παιχνίδι. Ποιος μπορεί να’μενε σε ένα σπιτάκι τόσο πολύ μικρό και μάλιστα χωρίς εξώπορτα. Ούτε παράθυρα είχε. Ήθελε να ρωτήσει μα ντρεπότανε. «Γιατί δεν πας στη γειτονιά με τα παλιά τα σπίτια;» είπε το μικροσκοπικό σπιτάκι. «Δε θέλω να σε πληγώσω αλλά να ! Και συ παλιό σπιτάκι είσαι και κει όλο και κάποιος μπορεί να σε γνωρίζει», είπε με μιαν ανάσα και του’δειξε από πού να πάει. Μετά συνέχισε να παίζει.
    Ο Τάκης ο σπιτάκης χαμογέλασε. Ήταν τόσο χαριτωμένο. Αν δε φοβόταν μη νυχτώσει, θα καθόταν σε μια γωνιά και θα το χάζευε να παίζει. Να που δεν είναι όλοι ίδιοι σ΄αυτή τη γειτονιά της αδιαφορίας, σκέφτηκε και χαμογέλασε ξανά.   
    Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν έφτασε στη γειτονιά με τα παλιά τα σπίτια και είχε λιγάκι κουραστεί μα έκανε κουράγιο. Ήταν η τελευταία του ελπίδα, για σήμερα τουλάχιστον.

Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΣΠΙΤΑΚΗΣ 
 
    «Μήπως ξέρει κανείς ποιος είμαι;» φώναξε πλησιάζοντας ο Τάκης ο σπιτάκης με όλη του τη δύναμη για να το ακούσουν όλα τα σπίτια που ήτανε κοντά.
    «Τι έγινε;» φώναξε τρομαγμένο ένα σπιτάκι αγουροξυπνημένο από τον απογευματινό του υπνάκο. «‘Ηρθαν οι φαγάνεθ; Θα μαθ γκρεμίθουν;» ρώτησε ανήσυχο το διπλανό του.
    «Αδικα αναστατώνεσαι,» απάντησε εκείνο ήρεμα. «Και βάλε τη μασέλα σου, την ξέχασες, έχουμε επισκέψεις».
    «Μην ενοχλείστε,» είπε ντροπαλά ο Τάκης, «ήθελα μόνο να ρωτήσω αν κάποιος από σας με ξέρει γιατί ξέχασα ποιος είμαι και σε τι χρησιμεύω σε τούτη τη ζωή».
    «Εμείς δε σε ξέρουμε», είπε το παλιό σπιτάκι αφού τον κοίταξε καλά-καλά, «αλλά μη στενοχωριέσαι καθόλου. Θα σε πάω σε κάποιον που τους ξέρει όλους γιατί έχει τους καταλόγους με όλα τα σπίτια που πρόκειται να γκρεμιστούν. Θα φτιάξουν, ξέρεις, στη γειτονιά καινούργια σπίτια, πολύ ψηλά, να μένουν πολλοί άνθρωποι μαζί. Τα λένε πολυκατοικίες. Εμάς θα μας γκρεμίσουν.»
    Ο Τάκης ο σπιτάκης τόσο πολύ στενοχωρήθηκε μ΄αυτά τα λόγια που ξέχασε για μια στιγμή ακόμα και το πρόβλημά του. «Μα γιατί να σας γκρεμίσουν;» ψέλλισε. «Κανένας δε σας θέλει; Πού είναι οι δικοί σας; Αν θέλουνε να χτίσουνε καινούργια σπίτια, γιατί να μην τα χτίσουνε αλλού; Ξέρετε πόσο χώρο έχει από δω ως τη δική μου γειτονιά; Πολύ, πάρα πολύ. Σκεφτείτε μόνο πως εκεί που έμενα δεν έβλεπα κανένα άλλο σπίτι όσο μακριά κι αν κοίταγα. Γιατί δεν τους το λέτε;»

Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΣΠΙΤΑΚΗΣ    «Κοίτα», είπε το παλιό σπιτάκι, «η αλήθεια είναι πως μερικά από μας είναι πολύ… σαράβαλα. Πρέπει να σ΄αγαπάνε αληθινά για να σε συντηρούνε και να σε προσέχουν. Βλέπεις εκείνο το διόρoφο στο βάθος;»
   

«Αχ, το καημένο!» είπε ο Τάκης ο σπιτάκης. «Πως είναι έτσι; Τι έπαθε; Είναι μπανταρισμένο από παντού σα να’παθε ατύχημα. Και με το ζόρι στέκεται όρθιο. Του ‘βάλαν και στηρίγματα.»
   

«Καθόλου μη λυπάσαι!» είπε το παλιό σπιτάκι. «Ίσα-ίσα που είναι τυχερό πολύ. Αυτό θα το αναστηλώσουν. Οι δικοί του το αγαπάνε και δώσαν μάχη να το σώσουν. Η αλήθεια είναι πως ήτανε στα νιάτα του το πιο όμορφο στη γειτονιά. Όσοι περνούσαν από δω γύριζαν και το χάζευαν. Τόσο ωραίο ήταν. Αλλά δεν είναι αυτό το πιο σημαντικό. Άλλωστε τώρα γέρασε. Αυτό που πιο πολύ μετράει είναι πως τα παιδιά τους το αγαπάνε. Και τα εγγόνια τους το ίδιο. Εκεί περάσανε τα παιδικά τους χρόνια και δεν το αλλάζουνε με τίποτα. Έλα τώρα να σε πάω να ρωτήσουμε ποιος είσαι γιατί καλύτερα να φύγεις πριν νυχτώσει μην τυχόν κι έρθουν αύριο πρωί-πρωί οι φαγάνες και σε γκρεμίσουνε και σένα.»
   

«Γιατί τότε δεν έρχεστε και σεις μαζί μου στην εξοχή αφού υπάρχει κίνδυνος να σας γκρεμίσουν;» ρώτησε ο Τάκης ο σπιτάκης.
«Θα κάνουμε παρέα και θα βοηθάει ο ένας τον άλλον.»
   

«Καλά, θα το σκεφτούμε» απάντησε το παλιό σπιτάκι «αν και δε θέλουμε να φύγουμε από τη γειτονιά μας, εδώ ζήσαμε όλα μας τα χρόνια και τώρα είναι δύσκολο να αλλάξουμε συνήθειες. Εσύ γυρίζεις πίσω, στον τόπο σου.
Ο τόπος ο δικός μας είναι εδώ. Πάντως σε ευχαριστούμε που μας νοιάζεσαι. Θα το σκεφτούμε.»
   

Πήγανε και ρωτήσανε, λοιπόν, τον παντογνώστη. Η έκπληξη του Τάκη του σπιτάκη όταν του είπε πως τον ψάχνουν οι δικοί του δεν περιγράφεται με λόγια.
   

«Έφαγαν τον τόπο να σε γυρεύουν» είπε ο παντογνώστης. «Πέρασε ένα διαβατάρικο πουλί να ξαποστάσει, δε σε βρήκε και πήγε και τους ειδοποίησε. Ανησύχησαν τρομερά.  Θα’ρθούνε να σε πάρουν. Να περιμένεις.»
   

«Μόνος μου δεν πάω πουθενά» είπε αποφασιστικά στους φίλους του
ο Τάκης. «Άλλωστε μπορεί πάλι να ξεχάσω ποιος είμαι και να ξανάρθω να ρωτήσω ενώ αν είμαστε μαζί όλο και κάποιος θα θυμάται κάτι. Αυτό ελπίζω, τουλάχιστον. Αν οι δικοί σας αλλάξουν γνώμη θα σας αναζητήσουνε και σας. Στο μεταξύ θα κάνουμε παρέα. Καλύτερα δεν είναι; Θα χρησιμεύουμε τουλάχιστον ο ένας στον άλλο ενώ εδώ θα ζείτε με το φόβο. Τι λέτε;»
   
Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΣΠΙΤΑΚΗΣ

    Και ξεκινήσαν για την εξοχή όλοι μαζί παρέα με ένα διαβατάρικο πουλί
και ζήσανε αυτοί καλά και μεις…


Ομαδική δημιουργία πάνω σε μια ιδέα του Δημήτρη Πετρόπουλου που, τελικά, ανέλαβε και να τη διαμορφώσει - Εικονογράφηση : Ιωάννα Χρηστάκου.

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια.

Joomla Templates and Joomla Extensions by sjtemplates.com
  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

  • ΚΡΙΤΙΚΗ

Στο onlytheater.gr αρθρογραφούν: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΡΚΟΥΛΑΚΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΙΜΟΥΛΗΣ, ΜΑΡΙΑ ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑ, ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ, ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ, ΕΛΕΝΗ ΡΑΝΤΟΥ, ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΟΥΛΗΣ, ΑΡΓΥΡΗΣ ΞΑΦΗΣ, ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΛΜΠΑΡΗ, ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΣΟΝΤΑΚΗ, ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑ, ΜΑΡΘΑ ΦΡΙΝΤΖΗΛΑ, ΗΡΩ ΣΑΪΑ, ΑΝΝΑ ΑΔΡΙΑΝΝΟΥ, ΑΝΝΙΤΑ ΚΟΥΛΗ, ΡΑΛΛΙΑ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΑΝΟΥΡΗΣ, ΡΟΥΛΑ ΠΑΤΕΡΑΚΗ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ, ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ, ΣΟΝΙΑ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ, ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ, ΜΑΝΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΩΤΑΚΗΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ ΡΕΠΠΑΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, ΕΥΣΤΑΘΙΑ.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ:

info@onlytheater.gr

Like στο Facebook

Follow στοTwitter

ΕΙΔΑ ΤΙΣ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ, ΣΤΟ "ΘΗΣΕΙΟ", ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΟΝ ΧΟΝΕΚΕΡ. ΤΗΣ ΣΕΜΙΝΑΣ ΔΙΓΕΝΗ

Βερολίνο. Δεκαπενταύγουστος, 1961. Χαράζουν τη συνοριακή γραμμή, να υψωθεί το Τείχος. Χριστούγεννα, 89. Στρατηγοί κάνουν προσωμοίωση κατάστασης πολέμου. Παριστάνουν ότι έχει ξεσπάσει  3ος Παγκόσμιος. Η Στάζι προστατεύει το κόμμα από το λαό.
Επιστροφή, 1961. Άνθρωποι ξυπνούν το πρωί, αποκομμένοι από συγγενείς, δουλειά, σχολεία. Κάποιοι βλέποντας το αγκαθωτό συρματόπλεγμα, πηδούν απο παράθυρα. Ένας πράκτορας της Στάζι, ανά 23 άτομα. (όταν επί Στάλιν, 1 Κα-γκε-μπίτης ''πρόσεχε'' 5.830 πολίτες)

Διαβάστε περισότερα...

Onlytheater Team

Επικοινωνήστε μαζί μας

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

Συνδεθείτε

Για να συνδεθείτε, συμπληρώστε τα στοιχεία σας, αφού δημιουργήσετε λογαριασμό (Create an account)

Καλώς ήλθατε στο Only Theater!

Αναζήτηση

ONLYVIDEO